Η πρωτεινική δίαιτα αποτελεί μια από τις πιο γνωστές «χημικές» δίαιτες. Τι εννοούμε όμως με τον όρο χημικές δίαιτες;
«Χημική» χαρακτηρίζεται η δίαιτα, κατά την οποία παρατηρείται αυξημένη ποσοστιαία κατανάλωση κάποιου από τα τρία γνωστά μακροθρεπτικά συστατικά: υδατάνθρακες, πρωτεΐνη, λιπαρά, με στόχο την ταχύτερη απώλεια βάρους. Συνεπώς, η πρωτεϊνική δίαιτα χαρακτηρίζεται από αυξημένη ποσοστιαία κατανάλωση πρωτεΐνης. Οι συστάσεις γενικού πληθυσμού για ανάγκη σε πρωτεΐνη υποστηρίζουν ότι το ποσοστό πρωτεΐνης της συνολικής ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 15-20%. Στην πρωτεϊνική δίαιτα, αυτό το ποσοστό ξεπερνά το 25%.
Μια δίαιτα με αυξημένες ποσότητες πρωτεΐνης αναμφίβολα αναμένεται να έχει θετική συσχέτιση με την απώλεια βάρους, καθώς, επιδρά θετικά στη ρύθμιση της όρεξης, με αποτέλεσμα να επιφέρει κορεσμό και κατ’ επέκταση αποφυγή του «τσιμπολογήματος».
Σε μια υποθερμιδική δίαιτα, μια δίαιτα, δηλαδή, που αποσκοπεί στην απώλεια σωματικού βάρους η αυξημένη ποσότητα πρωτεΐνης μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση και διατήρηση της μάζας των μυών. Επομένως, όσο ο μυϊκός ιστός διατηρείται σταθερός, η δίαιτα που ακολουθεί ο εκάστοτε διαιτώμενος έχει περισσότερες πιθανότητες να έχει θετική έκβαση.
Τα άτομα που αθλούνται σε καθημερινή βάση, έχουν, αναμφίβολα, αυξημένες ανάγκες σε πρωτεΐνη. Ωστόσο έρευνες υποστηρίζουν ότι η καταναλισκόμενη πρωτεΐνη ανά γεύμα δεν πρέπει να ξεπερνά τα 20-25 γραμμάρια, διότι αυτή είναι η μέγιστη ποσότητα που χρειάζεται ο οργανισμός για σύνθεση μυϊκής πρωτεΐνης. Πλεονάζουσα ποσότητα πρωτεΐνης είτε αποβάλλεται μέσω των ούρων, είτε μέσω οξειδωτικών διεργασιών μετατρέπεται σε ενέργεια. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η ποσότητα της ενέργειας αυτής να αποθηκεύεται στο σώμα με τη μορφή λίπους.
Ωστόσο, έρευνες έχουν αποδείξει ότι οι πρωτεϊνικές δίαιτες (βλ. Δίαιτα Atkins), όταν πραγματοποιούνται υπό την επίβλεψη ενός επαγγελματία υγείας, μπορούν να έχουν ποικίλα ευεργετικά αποτελέσματα για τη υγεία , όπως να βελτιώσουν τόσο το λιπιδαιμικό προφίλ, όσο και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα (Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου II).
Αξίζει, ακόμη να αναφερθεί, ότι η πρωτεΐνη αποθηκεύεται κατά ένα μεγάλο μέρος στους σκελετικούς μυς, του οποίους και θρέφει παράλληλα, δεδομένου πάντα, ότι επιλέγονται σωστές πηγές ζωικών και φυτικών πρωτεϊνών που είναι χαμηλές σε κορεσμένα λιπαρά.
Παρά το γεγονός ότι μια πρωτεϊνική δίαιτα μπορεί να έχει θετική συσχέτιση με βραχυπρόθεσμη απώλεια σωματικού βάρους, πρόσφατες έρευνες έχουν αποδείξει ότι μια τέτοια δίαιτα μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσει βλάβη στα νεφρά, ή να επιδεινώσει τυχόν υπάρχουσα βλάβη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα νεφρικής βλάβης αποτελεί η πρωτεϊνουρία, η αποβολή δηλαδή περίσσειας ποσότητας πρωτεΐνης από τα ούρα όπως αναφέρθηκε και παραπάνω.
Συμπερασματικά, είναι ανάγκη να καταστεί σαφές ότι όσο επωφελές μπορεί να είναι ένα πρόγραμμα διατροφής, άλλο τόσο μπορεί να αποδειχθεί επιβλαβές για τον οργανισμό.
Και εδώ έρχεται η σημαντική συμβολή του επαγγελματία διαιτολόγου διατροφολόγου που μπορεί να κρίνει ποιό πρόγραμμα διατροφής και για ποιό χρονικό διάστημα μπορεί να ακολουθηθεί, ανάλογα με τις ανάγκες και προτιμήσεις του κάθε διαιτώμενου.
